Πολιτιστικό Εργαστήρι Αγίων Ομολογητών | Το κτήριο
Το κτήριο

Ήταν βουβό και έρημο, ένα τέτοιο οικοδόμημα, εντυπωσιακής αρχιτεκτονικής στο κέντρο των Αγίων Ομολογητών Λευκωσίας. Είχαν φιλοξενηθεί πρόσφυγες αφού παρέμενε ακατοίκητο, λόγω της συμφοράς που είχε πλήξει τις οικογένειες Ιεροδιακόνου και Θεοφανίδη, αλλά ήταν παραδομένο στη φθορά του χρόνου.  Τώρα πια στα δωμάτιά του ακούγονται οι χαρούμενες φωνές των παιδιών, που χορεύουν παραδοσιακούς χορούς, κάνουν πρόβες για θεατρικές παραστάσεις. Είναι πόλος έλξης για φιλόμουσους και φιλότεχνους.

Το οικόπεδο το είχε πάρει ως προίκα η Ευφροσύνη Χατζηχαραλάμπους από τους Αγίους Ομολογητές, η οποία παντρεύτηκε τον Χατζηκυπρή Κωνσταντινίδη. Αυτός είχε έρθει στην Κύπρο με αποστολή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ως ιεροψάλτης. Το πρώτο κτίσμα, το οποίο με βάση τις υπάρχουσες πληροφορίες κτίστηκε στα 1875, είχε αγροτικό χαρακτήρα αφού η περιοχή δεν ήταν πυκνοκατοικημένη. Διέθετε δωμάτια για αργαλειούς, για την εκτροφή μεταξοσκώληκα, για πλυσταριά, σταύλους για ζώα κ.ά. και εκτεινόταν μέχρι τη γωνία της οδού Αγχιάλου με την οδό Κριεζή. Φαίνεται ότι η οικοδομή επεκτάθηκε και απέκτησε τη σημερινή του μορφή το 1898, αφού παραχωρήθηκε ως προίκα στην πρωτότοκη κόρη τους, Ευθαλία, η οποία παντρεύτηκε τον Στυλιανό Θεοφανίδη, έμπορο από τον Στρόβολο. Εδώ γεννήθηκαν και έζησαν τα παιδιά τους, Νίκος, ο οποίος έγινε γιατρός, Ιωάννα, Κύπρος, επίσης γιατρός και Παναγιώτης Θεοφανίδης, φαρμακοποιός και οπτικός.

Το σπίτι πέρασε στην ιδιοκτησία της Ιωάννας, όταν αυτή παντρεύτηκε το 1929 τον Σωτηράκη Ιεροδιακόνου, ανώτερο κυβερνητικό λειτουργό, ο οποίος καταγόταν από το Βαρώσι. Ήταν γιος του ιεροδιακόνου Χαράλαμπου Κερμέντη και της διακόνισσας Ελένης Τσικκίνη. Από τον γάμο τους γεννήθηκε το 1930 ο Χαράλαμπος – Ακης Ιεροδιακόνου, που είναι ο σημερινός ιδιοκτήτης του αρχοντικού. Ενέσκηψε όμως συμφορά στην οικογένεια. Η μητέρα, Ιωάννα, αρρώστησε βαριά με πνευμονία και τελικά πέθανε το 1933. Στάθηκε αδύνατο για τους γιατρούς να τη σώσουν. Το αρχοντικό βυθίστηκε στο πένθος. Ο Σωτηράκης Ιεροδιακόνου αξιοποίησε την αυλή, κτίζοντας σε αυτή διάφορες οικοδομές, επί της οδού Αγχιάλου, ενώ τα δωμάτια στο ισόγειο έγιναν καταστήματα. Όταν αποφοίτησε από το σχολείο ο γιος τους, Χαράλαμπος – Άκης Ιεροδιακόνου, στα 18 του χρόνια έφυγε για σπουδές, αρχικά στην Αθήνα, στη συνέχεια στο Λονδίνο και τη Βοστώνη. Από το 1956 ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου αναδείχθηκε σε καθηγητή Ψυχιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Είναι συγγραφέας βιβλίων για θέματα ψυχανάλυσης και ιατροφιλοσοφίας, κυρίως για τον Αριστοτέλη. Νυμφεύτηκε τη Σοφία Συμεωνίδου, οδοντίατρο, με την οποία απέκτησαν δύο κόρες, την Ιωάννα, ψυχίατρο ψυχαναλύτρια και την Κατερίνα, φιλόσοφο, καθώς και τέσσερα εγγόνια.   Το αρχοντικό παρέμενε ουσιαστικά ακατοίκητο από το 1967. Μέσα στη συμφορά του 1974 άνοιξε και πάλι, με πρωτοβουλία της θείας του, Λέλλας Θεοφανίδη (συζύγου του Παναγιώτη Θεοφανίδη και μητέρας των Στέλιου, Μιχαλάκη, Εύης και Αντώνη) και την πρόθυμη συγκατάθεση του Άκη Ιεροδιακόνου. Προσφέρθηκε στέγη σε ξεσπιτωμένους ανθρώπους που δεν είχαν πού την κεφαλήν κλίναι, αποδιωγμένοι από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής. Ορισμένοι από τους πρόσφυγες παρέμεναν εκεί μέχρι πρόσφατα.

Οι εργασίες για αναπαλαίωση του αρχοντικού άρχισαν το 2008 και ολοκληρώθηκαν ύστερα από δύο χρόνια, από την οικογένεια του Άκη Ιεροδιακόνου. Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 14 Νοεμβρίου 2010, για να φιλοξενήσει το Πολιτιστικό Εργαστήρι Αγίων Ομολογητών. Αυτό το πάντρεμα είχε ευεργετικές προεκτάσεις και για το αρχοντικό και για το Πολιτιστικό Εργαστήρι, το οποίο αρχικά λειτούργησε το 1999 ως Εργαστήρι Παραδοσιακών Χορών, για να επεκτείνει τις δραστηριότητές του στην παραδοσιακή μουσική, το θέατρο, τη φωτογραφία, τον κινηματογράφο κ.ά. Από το 2002 ενεγράφη ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός.